Τατιάνα Αβέρωφ
Κόκκινο ροδί

ΙΜΕΡΟΛΟΓΙΑ

Ανθολογία διηγημάτων

Μίνως 2003, ISBN 9605428180
... δέκα συγγραφείς γράφουν μια ερωτική ιστορία στη σπασμένη φόρμα του ημερολογίου (εξού και ο τίτλος). Ιμερολόγια λοιπόν. Αισθησιακές, τρυφερές, απενοημένες, σαρκαστικές, κατεξοχήν όμως σελίδες απουσίας. Καθώς αυτός που ιμερολογραφεί απευθύνεται σε κάτι που λείπει – πόσο μάλλον όταν αυτό το κάτι συνδέεται με την ερωτική εμπειρία.  [Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου]
... Στο κέντρο της πρώτης ιστορίας («Κόκκινο ροδί»), το μοντέλο αφηγείται τη θυελλώδη σχέση του με τον ζωγράφο ορίζοντας τον συμβολικό της χώρο με ένα πίνακα που παριστάνει την ηρωίδα και φέρνει τον ανεπίσημο τίτλο «Μετά τη συνουσία». Στη μάταιη επανάληψη αυτής της σκηνής και στην απελπισμένη αλλά ατελέσφορη αναζήτηση του έρωτα επικεντρώνεται το ημερολόγιό της. Μέσα από τη συναλλαγή της με την «τέχνη» μαθαίνει ότι το ψεύδος είναι μέρος της αλήθειας.    [Από τον πρόλογο του Δημήτρη Δημηρούλη]

Κόκκινο ροδί

Κυριακή, 3 Ιουνίου, μια μέρα σαν όλες τις άλλες, λίγο πιο γκρίζα.

     Ξεκινάω το ημερολόγιό μου. Η Ρούλα λέει πως βοηθάει. Εγώ λέω πως η ζωή είναι για να τη ζεις, όχι να τη μηρυκάζεις.
     Τέτοιες ώρες, τέτοια λόγια...
     Για να γράψεις ημερολόγιο, πρέπει να βγεις έξω απ’ τον εαυτό σου. Έξω και γκρίζα. Το αντίθετο του έρωτα. Με βολεύει.

     Είμαι από κείνους τους σπάνιους ανθρώπους που δεν βλέπουν όνειρα, ποτέ. Αλλά τούτη τη νύχτα κάτι πρέπει να είδα. Δε θυμάμαι τι, μόνο ότι είδα. Κάτι μαύρο κι ήμουν λαχανιασμένη. Σηκώθηκα πρωί σαν υπνοβάτης, πήρα σφυρί και καρφιά απ' το συρτάρι της κουζίνας, πήρα και το πορτρέτο μου απ’ τη στοίβα στο πάτωμα και το κάρφωσα στον τοίχο. Φάτσα στο κρεβάτι. Κυριακή πρωί. Γυρνάω στο κρεβάτι, μπαίνω ξανά στο όνειρο που δε θυμάμαι τι ήταν, γυροφέρνω στους σκοτεινούς διαδρόμους κάποιου παράλληλου κόσμου, σκεπάζω και το κεφάλι μου με το σεντόνι -- να είναι οι δυο κόσμοι ίδιοι.
     Έβρεχε χτες, Σάββατο, όλη μέρα. Καρέκλες. Κι ένα χαλάζι σαν φουντούκια. Άσπρισε ο τόπος καλοκαιριάτικα. Τι να σου κάνει το κράτος; Πλημμυρίσαμε φυσικά στην πολυκατοικία. Κάτω στις αποθήκες κολυμπούσε το σύμπαν. Κρίμα, λέω, να χαλάσει τέτοιο πορτρέτο. Εκεί το είχα φυλάξει από τη μέρα που μου το έφερε δώρο εκείνος. Δυο μήνες τώρα που προσπαθώ να το ξεχάσω -- μακάρι να γινόταν με μια γόμα να σβήσω σελίδες απ’ τη ζωή μου. Ή ας το πετούσα καλύτερα στα σκουπίδια, ας το ξέσκιζα με το μαχαίρι της κουζίνας, ή ας του το φορούσα κολάρο με τα ίδια μου τα χέρια...
     Αλλά έβρεξε χτες. Καρέκλες. Και στους σκοτεινούς διαδρόμους του υπογείου με τις αποθήκες, κολυμπούσαν καρέκλες, καρεκλοπόδαρα, κούτες και σκουπίδια αδιακρίτως, και βούτηξα ως το γόνατο στη μαυρίλα για να σώσω το προτρέτο. Αμαρτία, λέω, να χαλάσει τέτοιο έργο. Έχει και μια κάποια χρηματική αξία. Σημαντικότατη μάλιστα, ο ξιπασμένος...
     Το ανέβασα λοιπόν αποβραδίς εδώ στο μοναχικό βασίλειό μου, το στοίβαξα με τ’ άλλα, τα στοιβαγμένα δίχως πια ελπίδα για θέση σε ράφι, ντουλάπι ή πατάρι -- τι να σου κάνει το δυαράκι; -- και έτσι κοιμήθηκα και κάτι ονειρεύτηκα, που δε θυμάμαι τι, αλλά ήταν μαύρο, και πετάχτηκα πρωί πρωί και κάρφωσα την κορμάρα μου στον τοίχο με μανία.
     «Μετά τη συνουσία»...
     Μ' ευχαριστεί να το κοιτάζω. Λάμπω. Είμαι θεά, η απόλυτη γυναίκα. Δε μ' αρέσει ο τίτλος. Μου το τόνισε όμως εκείνος: «"Μετά τη συνουσία". Έτσι είναι δημοσιευμένο στον κατάλογό μου». Θαρρεί πως με νοιάζει που δεν έβαλε τ' όνομά μου στον τίτλο; Έτσι κι αλλιώς όλοι θα μ' αναγνωρίσουν. Eίμαι διάσημη πια τόσο καιρό που με ζωγραφίζει. «Η Κίρα με χτενάκι στα μαλλιά», «Η Κίρα στο λουτρό της», «Η Κίρα σε λευκό φόντο». Τα βράδια με τις αϋπνίες μετράω Κίρες αντί για προβατάκια. Τριάντα δυο μέτρησα προχτές – ρεκόρ.
     Σημαδιακή μέρα σήμερα, πραγματικά.
     Ξεκίνησα κι αυτό το ημερολόγιο. Όλα τα περίεργα συμβαίνουν σήμερα. Ποτέ μου δεν ξανασχολήθηκα με τέτοιες χαζομάρες. Η ζωή είναι γεμάτη καρπούς, έλεγα, άρπαξε όσους μπορείς, μη χάνεις χρόνο. Να όμως που μ' έπιασε και μένα τώρα η κάψα να τα γράψω.
     Δύσκολο είναι. Από πού να πρωταρχίσω;

Δευτέρα, 4 Ιουνίου.

     Την πρώτη φορά που του πόζαρα, του πήρα λεφτά. Φυσικά. Αφού είμαι επαγγελματίας. «Αντιμετωπίζω πολύ σοβαρά τη δουλειά μου», του είπα. Με κοίταξε -- μια ανεπαίσθητη παύση, σαν να περίμενε να φτάσει ο ήχος στ’ αυτιά του μέσω δορυφόρου. «Δουλεύω αποκλειστικά με τεχνητό φωτισμό», απάντησε τελικά. «Με ενοχλούν οι εξωτερικές παρεμβάσεις λόγω ήλιου, ώρας ή καιρικών συνθηκών». Και άρχισε να κλείνει τα παντζούρια.
     Ψηλός, πάνω από δυο μέτρα. Αδύνατος μέχρι ανυπαρξίας. Γλιστρούσε στο χώρο σαν σκιά, η κίνησή του κάπως ξεκούρδιστη και νωχελική, σαν να μην είχε ύλη το σώμα του ή να φύλαγε την ενέργειά του για ανώτερες υποθέσεις. Φορούσε μια ολόσωμη φόρμα, στο χρώμα των μαλλιών του --ένα θολό χρυσαφί, πιασμένα αλογοουρά –, στην ίδια απόχρωση ακριβώς όπως και το πετσί του. Μουντός. Η απόλυτη μονοχρωμία. Ένα χρυσόμαλλο δέρας σε κρεμάστρα, ξεπλυμένο απ' τους αιώνες. Λιγάκι ανατριχιαστικός (θα είχε άραγε είδωλο στον καθρέφτη;), αλλά με μια αλλόκοτη σαγήνη.
     Φάγαμε όλη τη μέρα στα προκαταρκτικά, μια αναβλητικότητα που μου έσπαγε τα νεύρα: «Λίγο πιο πάνω το χέρι, λίγο πιο κάτω το μπούτι... Λίγο πιο δεξιά... πιο αριστερά... Πιο χαλαρά το πόδι.... ασ’ το να κρεμάσει... να φύγει η ένταση έξω απ’ τον πίνακα...» Μας πήρε το διάλειμμα κι ακόμα δεν είχαμε βολέψει το δεξί μου μπούτι. Αναρωτήθηκα μήπως την έβρισκε να με πασπατεύει, αλλά δεν έμοιαζε τέτοιος. (Τους σοβαρούς να φοβάσαι...) Στο διάλειμμα φτιάξαμε καφέ. Όλα με το ρολόι: Τρία τέταρτα πόζα, ένα τέταρτο διάλειμμα: Έτσι γίνεται και στη Σχολή και στα φροντιστήρια που έχω δουλέψει, αλλά εκεί είναι ομαδικό. «Χαλάρωσε», του είπα. «Τράβηξέ το και παραπάνω άμα σε βολεύει, oι δυο μας είμαστε. Θα σ’το πω άμα κατουριέμαι». Με κοίταξε πάλι, περιμένοντας το δορυφόρο.
     Μετά τον καφέ, ξανά η πόζα κι ευθύς ο περιβάλλων χώρος: Ένα μαξιλαράκι από δω... ένα από κεί.... Λίγο το σεντόνι έτσι... και αλλιώς.... Ένα κατιτί στη γωνίτσα να ισορροπήσει η διαγώνιος... Ένα βιβλίο ίσως... ανοιχτό... κλειστό... ή ένα ξερό λουλούδι... ή μόνο τα πέταλά του.... Ήμουν ντυμένη ακόμα, ευτυχώς, αν και δεν έχω πρόβλημα να βγάζω τα ρούχα, είμαι επαγγελματίας. Διάλειμμα ξανά και η επόμενη ώρα τα ίδια. Μετά κι απ’ το τέταρτο διάλειμμα, ήρθε η στιγμή να με φωτίσει: Άναψε-σβήσε, όλους τους προβολείς, σ’ όλους τους συνδυασμούς και απ’ όλες τις μεριές...
     Κόψω φλέβες!

Τρίτη, 5 το πρωί

     «Μετά τη συνουσία»...
     Πετάγομαι απ’ τον ύπνο μου και με χαζεύω. Πονάει η κοιλιά μου, πεθαίνω απ’ τον πόνο. Στομάχι, έντερο ή κράμπες περιόδου. Δεν ξέρω αν είναι πείνα, λιγούρα ή αν θέλω τουαλέτα. Βαρυστομαχιά ή το αφόρητο άδειο; Με μαγνητίζει το βλέμμα μου, το κορμί μου, η λάμψη της σάρκας, η εγκατάλειψη. Με θέλω απελπισμένα και με απωθώ συγχρόνως. Ερωτική. Ερωτικό.... Αυτό δεν του πέρασε απ’ το μυαλό, όταν έκλεισε τα παντζούρια για να εξορίσει τον ήλιο. Ο ήλιος είναι μέσα μας. Κι εκείνη τη μέρα, τη δεύτερη, όταν έβγαλα τα ρούχα και ξάπλωσα ξανά στην πόζα, το ένα πόδι περασμένο στο μπράτσο του καναπέ και τ’ άλλο λυγισμένο, τόσο ανοιχτή όσο δεν ήμουν ποτέ, μου ήταν δύσκολο να ξεχωρίσω την πηγή, τη φορά, το αίτιο ή αιτιατό και αν στο βλέμμα του έβλεπα τον ήλιο που έκαιγε μέσα του ή το καθρέφτισμα της δικιάς μου ακτινοβολίας που τον είχε καθηλώσει.

     Μ’ αρέσει η δουλειά μου. Άλλοι ντρέπονται που είναι μοντέλα. Λένε πως κάνουν κάτι άλλο, ακόμα κι όταν δεν κάνουν. Κάνουν όμως οι πιο πολλοί, για να ταιριάξουν αυτό που είναι με την εικόνα που έχουν φτιάξει. Πολλοί συνάρδεφοί μου είναι ηθοποιοί (κάνας ρολάκος της μιας ατάκας), ή χορευτές (κάνα συρτάκι σε ταβέρνα για τουρίστες), ή ανερχόμενοι των μίντια (άρτι αποπεμφθέντες από ριάλιτι ας πούμε), τύποι κουλαριστοί και έτοιμοι για όλα. Αλλά εγώ είμαι πιο κουλ απ’ όλους. Ούτε εικόνα, ούτε φέις κοντρόλ στην εικόνα, ούτε ρίσκο μη φάω πόρτα απ’ τον εαυτό μου. Απλά είμαι αυτή που είμαι. Τη βρίσκω που είμαι μοντέλο. Η ακινησία με απογειώνει. Φτιάχνομαι να με κοιτάνε. Ψοφάω να γεννιέμαι μέσα απ’ τις ζωγραφιές των άλλων. Να ‘μαι, εγώ, η Κίρα, λέω. Γιατί να κοπιάσω να φτιάξω άλλη; Κίρα, Κίρα, Κίρα. Μ’ αρέσει τ’ όνομά μου. Μ’ αρέσει η φάτσα μου, μ’ αρέσουν οι μαύρες ρώγες μου, οι χρωματιστές πινελιές στα μπούτια μου, το άσπρο ακρυλικό στα μήλα του προσώπου μου, μ’ αρέσει η ματιέρα που είμαι εγώ, ακατέργαστη και τραχιά και απείρως υλική, υπάρχω βρε παιδί μου, έχω θράσος -- και αν με κοιτάξεις από πιο κοντά, να κι οι λεπτές γραμμώσεις απ’ τις τριχούλες του πινέλου, έχω πλούτο και λεπτομέρεια -- ή αν με δεις από πιο μακριά, να η σύνθεση του χρώματος και της πινελιάς που σου ευφραίνουν την ψυχή. Eίμαι ένα έργο τέχνης!

     Στεκόταν μαρμαρωμένος και με κοιτούσε. Στο ένα χέρι είχε γραπώσει το πινέλο σαν να σημάδευε όπλο, το άλλο τεντωμένο ίσια μπροστά με όρθια την παλάμη, σαν να ήθελε να μ’ αγγίξει, αλλά μόνο στ’ όνειρό του. Είχε το βλέμμα καρφωμένο πάνω μου, βλέμμα εντελώς φευγάτο, πόδια ανοιχτά, το δεξί ένα βήμα πιο μπροστά από τ’ άλλο, κι ο ίδιος κάπου στη μέση, να αιωρείται σαν εκκρεμές μπρος πίσω, αεικίνητος και καθηλωμένος. Κάπου μισή ώρα κράτησε αυτό, ίσως και παραπάνω. Έλεγα θα σκάσω, θα ουρλιάξω, με τρώει τ’ αυτί μου, θα το ξύσω, είναι μουρλός, είναι μαστουρωμένος, δεν μου είχε ξανατύχει ποτέ να με κοιτάξουν έτσι. Μια ενέργεια τρομακτική. Η απόλυτη ακινησία. Δεν έβγαλα κιχ. Μαστούρωσα κι εγώ μαζί του.
     Όταν έφτασε το διάλειμμα και σηκώθηκα για καφέ, ο καναπές είχε λεκιάσει. Έκανε πως δεν το είδε. Ίσως να ήταν κι έτσι. Δεν έβλεπε ό,τι οι άλλοι. Αισθάνθηκα πως για πρώτη φορά ερωτευόμουν στ’ αλήθεια.
     Έρωτας... Παράφοροι έρωτες...
     Αν έχω εμπειρίες εγώ... Πόσοι και πόσοι δε μ’ έχουν αγαπήσει. Τα βράδια μετράω άντρες πολλές φορές, αντί για Κίρες ή προβατάκια. Ο Φάνης, ο Κώστας, ο Γιώργος κι αυτός ο γλυκούλης o πώς τον λέγανε, ο Ρένος που ζει στο Παρίσι, ο Άγγελος που τον έχω χάσει, κι εκείνος ο ντροπαλούλης που κατακοκκίνιζε μέχρι να με ζωγραφίσει, ή ο Λάκης, αντιθέτως, που μπογιάτιζε στο κορμί μου για να καβλώσει και να με πάρει, ο Χρήστος ο καβαλημένος, ο Πέρης ο πορτρετίστας, ο Τάκης, ο Πέτρος, ο Μένης, ναι, κι η Θάλεια, ο Θανάσης, ο Αλέξης, ο Κοσμάς.... αμέτρητα τα φοιτητούδια που έχουν χτυποκαρδήσει για μένα. Εγώ, η Κίρα, έχω σπείρει με το κορμί μου κι έχω φέρει τα πρώτα σκιρτήματα σε μια ολόκληρη γενιά αυριανής μεγαλοσύνης. Πρωτάρα λοιπόν δεν είμαι.
     Αλλά τέτοιο πράγμα, δεν μου είχε ξανατύχει.
     «Δε πιστεύω να κουράστηκες, ε;» με ρώτησε στο διάλειμμα.
     Ρητορική η ερώτηση, υπέθεσα, και του χαμογέλασα χωρίς να μιλήσω. Με είχε πιάσει μια βουβαμάρα. Ούτε και αυτό το πρόσεξε. Άλλα έβλεπε εκείνος. Εγώ έβλεπα τα χέρια του, ότι δε φορούσε βέρα. Να ήταν άραγε συνομήλικος, ή μικρότερος από μένα;
     Κάπου εκεί, με τη βουβαμάρα να κρέμεται σαν ταφόπλακα στον αέρα, τέλειωσε το διάλειμμα και πήραμε ξανά τις πόζες, εγώ γυμνή στον καναπέ κι εκείνος όρθιος στο καβαλέτο, και άρχισε η δεύτερη ώρα αυτής της δεύτερης μέρας – που θα τη θυμάμαι όσο ζω γιατί ήταν η συγκλονιστικότερη της ζωής μου.

Τρίτη, μεσάνυχτα.

     Με πήρε ο ύπνος εκεί που έγραφα τα χαράματα και δεν πρόλαβα να τελειώσω. Πετάχτηκα στις εννιά σαν τη μουρλή, δεν χτύπησε το ξυπνητήρι, τρέξιμο όλη μέρα, διπλοβάρδια ως τις οκτώ, είχα και «γυμνό νυκτός» -- είμαι ένα πτώμα. Τι νόημα έχει η ζωή μου, αναρωτιέμαι. Πού είναι η Κίρα των σκιρτημάτων, των οργασμών; -- πώς έγινα έτσι; Μόνο στο ημερολόγιό μου ζωντανεύω.

     Τη δεύτερη ώρα έβγαλε τη μηχανή. Μια παλιατζούρα με φλας σε αλουμινί πιάτο, που θύμιζε δορυφόρο. Απόκριες έχουμε; σκέφτηκα. «Έι, τι κάνεις εκεί πέρα;» αντέδρασα μόλις άρχισε τα τσαφ και τα τσουφ και να με τυφλώνει ο δορυφόρος, «είμαι επαγγελματίας, δεν κάνω πορνό φωτογραφήσεις». Με κοίταξε μέσα απ’ το σκόπευτρο και ουδέν σχόλιο. Ίσα ένα «σσσσς» μ’ ένα τίναγμα του κεφαλιού, αυστηρά, πάνω απ’ το δορυφόρο, κι αμέσως καθηλώθηκα και δεν έβγαλα κιχ ως το τέλος της ώρας. «Φωτογραφίζω πάντα το αντικείμενό μου πριν το ζωγραφίσω», μου εξήγησε στο διάλειμμα. «Απ’ όλες τις μεριές. Ασπρόμαυρες φωτογραφίες, καλύτερα έτσι για το φώς. Τι θα γίνει αν δεν έρθεις μια μέρα, ή αν αρρωστήσεις, ή αν έχεις περίοδο; Οφείλω να προνοήσω...»
     Η τρίτη ώρα ξεκίνησε τα ίδια Παντελάκη τα ίδια Παντελή. Ούτε μια μολυβιά δεν είχε τραβήξει ακόμα. Στεκόταν μαρμαρωμένος μπροστά στο λευκό καμβά και κοιτούσε μια εμένα, μια εκείνο, το άγραφο Τίποτα, με τέτοια ένταση που θαρρείς θα μας τρυπούσε, και μ’ έναν τρόμο στα μάτια, μια αρχέγονη φρίκη, σαν να φοβόταν – τι να φοβόταν, μη σπιλώσει το Άγιον Τέρας; Τι ψώνιο είν’ τούτος, αναρωτιόμουν. Να την κάνω καλύτερα όσο είναι καιρός, μη με στριμώξει στον καναπέ, ή μου χωθεί στην αγκαλιά σε στάση εμβρυική και γυρέψει να με βυζάξει; Ή και χειρότερα ακόμα... Όλα μπορούσα να τα φανταστώ από κείνον. Για δες μάτι τρελό, ο ανισόρροπος... Α, ρε Μάκη, σιχτίριζα τον πρώην καθηγητή του και πρώην εραστή μου, που με είχε πείσει να του ποζάρω.
     Αλλά εκείνη την ώρα ξαφνικά, δεν ξέρω πώς ή από πού ή τι ακριβώς τον χτύπησε, έγινε η μεταμόρφωση, σαν κεραυνός, και ξεχύθηκε η Θεία Μανία.
     Με τρία βηματάκια χοροπηδητά απ’ τη βιασύνη και την ταραχή του, όρμησε στο δοχείο με τα πινέλα, άρπαξε το πιο μεγάλο και χοντρό, το βούτηξε στο χρώμα που ήταν απλωμένο στην παλέτα, το ανακάτεψε, το μούλιασε, το πάστωσε στην υγρόπηχτη μάκα, και με μικρά κοφτά μουγκρητά σαν ζώο που ξεσκίζει την τροφή του, επιτέθηκε στο Άγιο Τέρας, το κάρφωσε, το σταύρωσε, το χάραξε απ’ άκρη σ’ άκρη, το πλήγωσε, το σπίλωσε, διαγράφοντας τη λευκότητά του, φτύνοντας την οργή του, χύνοντας τον ιδρώτα του, πασαλείβοντάς το, ταπεινώνοντάς το, κηλιδώνοντάς το, διακορεύοντάς το, διεκδικώντας το, ξανά και ξανά επί ώρα, ώσπου στο τέλος, μ' έναν περίεργο σφυριχτό ήχο που δεν ήξερα αν έβγαινε απ’ τη μύτη του ή τ’ αυτιά του ή από κάποιο άλλο άνοιγμα, μήτρα ή κρυφή πηγή της Θείας Μανίας, έκανε ένα βήμα πίσω και κοίταξε το τελάρο μέσα από μισόκλειστα μάτια, καχύποπτος ακόμα και λαχανιασμένος απ' τον αγώνα, κυρίαρχος όμως, εκδικητής, κατακτητής, θριαμβευτής -- και ξαφνικά αδειασμένος και σπαρακτικά μόνος.

Τετάρτη

     Το σπίτι μου είναι σαν να το χτύπησε βόμβα. Έχω βδομάδες να το καθαρίσω, μήνες να συμμαζέψω, χρόνια που έχω χάσει τη μάχη με την πλημμύρα της ζωής μου. Πώς να χωρέσει μια ζωή σε δυο δωματιάκια, άντε και σε πατάρι συν αποθήκη; Άλλοι ζουν, άλλοι συγυρίζουν, έτσι λέω. Εξάλλου πόσες ώρες περνάω πια εδώ μέσα; Φεύγω πρωί και γυρνάω νύχτα. Τις Κυριακές μόνο ζορίζομαι λιγάκι, αλλά τα καταφέρνω. Τόση ενέργεια, απορώ, πού τη βρίσκω; Τέτοιο στραπάτσο που πέρασα και δεν το ‘βαλα κάτω. Ίσα ίσα, σαν να ξανάπιασα το νήμα της ζωής μου, που τον τελευταίο χρόνο το είχα χάσει. Αυτή η ιστορία μου κόστισε απ’ όλες τις απόψεις λοιπόν. Ακόμα και οικονομικά αν το δω: Χρήματα δεν ξαναπήρα μετά την πρώτη μέρα. Ήμουν άνεργη στην ουσία, εθελόντρια, επί έναν ολόκληρο χρόνο. Κάτι ανώμαλο συνέβαινε εδώ, το διαισθανόμουν. Αλλά το έδιωχνα, δεν ήθελα να το δω. Εκείνος δεν έφταιγε, μου το ξεκαθάρισε απ’ τη δεύτερη μέρα: «Κοίτα να δεις», με υποδέχτηκε το πρωί αντί για καλημέρα, «πρόκειται για παρεξήγηση, δε σ’ τα είπε καλά ο Μάκης. Δε δουλεύω με πληρωμένα μοντέλα, δε μ’ ενδιαφέρει κάτι τέτοιο ως καλλιτέχνη, και άλλωστε...»
     Σεβαστό. Δεν είχε την οικονομική άνεση ο άνθρωπος. Α, ρε Μάκη...
     Απορώ γιατί δεν έφυγα επιτόπου. Θα ήταν αργά την επομένη, το ήξερα, αλλά... Ή ταν ή επί τας! Τούτη την ιστορία θα τη ζούσα ως το τέλος.
     ... επί τας....
     Μετάνιωσα;... Μετάνιωσες;... Πού βρίσκεσαι τώρα;

Πέμπτη, 7 Ιουνίου.

     Θυμάμαι...
     Εσύ, θυμάσαι;

     Δουλέψαμε ακόμα τρεις μέρες έτσι. Εφτά ώρες καθημερινά, έξι διαλείμματα, ελάχιστες κουβέντες. Δε μ’ άφηνες να δω τη δουλειά σου. Σκέπαζες το είδωλό μου και με κρατούσες μακριά. Φοβόσουν πως άμα το αντίκριζα θα σήμαινε η ώρα γι' αυτό που ήταν γραφτό, και ήθελες ν’ αναβάλεις τη στιγμή όπου όλα θα γίνονταν ένα, εσύ, εγώ, δημιουργός και δημιούργημα, έρωτας, γέννα, ορμή, ζωή, κραυγή και θάνατος. Φοβόσουν το θάνατο. Αγωνιζόσουν κάθε μέρα να τον δαμάσεις κοιτάζοντάς με στα μάτια και αγκομαχώντας, βογκώντας, χύνοντας τον ιδρώτα σου. Γνώριζες κάθε μέρα το τρόμο του, και την έκσταση, κάθε μέρα τον κατατρόπωνες κι ήσουν θριαμβευτής, και κάθε μέρα άδειαζες πάλι κι έμενες μόνος. Ήθελα τόσο να διώξω τη μοναξιά σου, τη μοναξιά μου. Δεν ήξερα άλλο τρόπο.
     Την έκτη μέρα έγινε αυτό που ήταν γραφτό να γίνει. Ένιωσα απ’ το πρωί πως κάτι είχε ωριμάσει. Μια καινούργια λάμψη στα μάτια σου, οι ρυθμοί σου είχαν καλμάρει κι οι λιγοστές μας κουβέντες κυλούσαν αρμονικά, χωρίς παύσεις ή αναφορές σε δορυφόρους.
     Περίμενα να τελειώσεις τη δουλειά. Δεν ήθελα να σε διακόψω. Ήθελα να κάνεις εσύ το πρώτο βήμα, αλλά είχε ήδη σουρουπώσει. Καθόσουν εξαντλημένος στην πολυθρόνα κι επιθεωρούσες τη δουλειά σου. Σε λίγο θα σηκωνόσουν να πλύνεις τα πινέλα. Άφηνες πάντα το χώρο λευκό και αστραφτερό, σαν χειρουργείο -- εξαφάνιζες τα αίματα και τις κομματιασμένες σάρκες, να μη σε βαραίνουν φαντάσματα του χτες στην υπεράνθρωπη μάχη της επομένης. «Αλλάζω ατελιέ κάθε δυο-τρια χρόνια», μου είχες πει σε μια απ’ τις σπάνιες εκμυστηρεύσεις σου. «Κοστίζει κάτι παραπάνω, αλλά τι να κάνω; Δεν αντέχω να έχουν κατοικήσει άλλοι πριν από μένα το χώρο όπου δουλεύω. Θέλω να είμαι ο πρώτος. Αλλά και πάλι μπουκώνει ο χώρος από μένα σε κάνα δυο χρόνια και τον αλλάζω».
     Πόσο όγκο μπορεί να πιάσει μια ψυχή!... Τι φοβερή πυκνότητα.... Τι άπειρο το μέσα σου...
     Ήρθα σιγά και στάθηκα πίσω απ’ την πολυθρόνα σου, σου χάιδεψα τα μαλλιά και το μέτωπο, μου έπιασες το χέρι. Μείναμε έτσι σιωπηλοί, μετέωροι για μια στιμγή, σαν να μη συνέβαινε αυτό που γινόταν. Ήσουν μούσκεμα στον ιδρώτα. Χάιδεψα το μάγουλό σου και μ’ ακολούθησες με το χέρι. Χάιδεψα τα μάτια σου τα κλειστά, το λαιμό σου, το αυστηρό πηγούνι, το μαλακό σου στόμα και άνοιξες τα χείλη. Χάιδεψα τη γλώσσα σου, το σάλιο σου, τα μάγουλά σου από μέσα. Κι εκείνη την ώρα ξαφνικά, δεν ξέρω πώς ή από πού ή τι ακριβώς μας χτύπησε, έγινε η μεταμόρφωση και ξεχύθηκε η Θεία Μανία.
     Βρέθηκα στην αγκαλιά σου, με τράβηξες μάλλον κι έπεσα άτσαλα πάνω σου στην πολυθρόνα, φοβήθηκα μη σε λιώσω, μα ήθελα κι άλλο, μπερδεμένα ήδη τα μέλη μας κι αχόρταγα τα στόματά μας. Με δάγκωσες και τράκαραν τα δόντια μας κι έβαλες το χέρι σου μέσα απ’ το κιμονό μου κι άρχισα να σε γδύνω. Μύριζες ιδρώτα και μ’ άρεσε και σε πήρα στο χέρι και στο στόμα κι εσύ έβγαζες μικρά κοφτά μουγκρητά σαν ζώο που ξεσκίζει την τροφή του. Ήσουν βίαιος, θυμάσαι; Δεν είχες συναίσθηση της ορμής σου ή ότι μπορούσες να με πονέσεις. Μ’ έπιασες απ’ το σβέρκο και με πίεσες πέρα απ’ την αντοχή μου κι έπειτα μ’ έσπρωξες κι έπεσα πίσω κι εκεί στο πάτωμα ήρθες πάνω μου και μέσα μου με την ίδια μανία όπως μαστίγωνες το Άγιον Τέρας, όταν το σταύρωνες, το κάρφωνες, το πλήγωνες και το ταπείνωνες για να το εξουσιάσεις.
     Κι εγώ....
     Πόσο χώρο είχα εγώ, τι φοβερό κενό, τι άπειρο το μέσα μου... Σαν να διψούσα από πάντα και να σε περίμενα να με γεμίσεις.

Παρασκευή, 8 Ιουνίου

     Αναστατώνομαι. Δεν μπορώ να γράψω.

Σάββατο, 9

     Βρέχει καρέκλες πάλι. Σαββατιάτικο μας το φυλάει.

Κυριακή, 10

     Κόφ’ το θρήνο, γαμώτο!

Δευτέρα, 11 Ιουνίου

     Πήγα εκδρομή χτες τελικά. Δελφούς, με το λεωφορείο. Φανταστικά! Δε με πείραξε που ήμουν μόνη. Μια τσιμπιά ίσως, μ’ αυτούς τους ερωτευμένους που κόντευαν να το κάνουν πίσω απ’ τα αρχαία. Ωραία διαδρομή όμως. Δεν έβρεχε.

Τρίτη, 12 Ιουνίου

     Ξεχύθηκα στα μαγαζιά σήμερα. Να ’ναι καλά ο σοσιαλισμός που ψωνίζω τα κέρατά μου και μου περισσεύει κάνα φράγκο. Σοσιαλισμός σημαίνει Zara. Έχω άποψη στη μόδα. Πάντοτε είχα. Aπλά παλιά δεν μπορούσα να την εκφράσω. Κάτι τοπάκια ονειρεμένα, ένα τσαντάκι τζάμπα, σλιπάκια στριγκ με δαντέλα, άσε και κείνο το πέτσινο που πήρα το χειμώνα. Ισότητα, επιτέλους!

Τετάρτη, 13 Ιουνίου.

     Πώς θα μπορούσαμε ποτέ εσύ κι εγώ να είμαστε ίσοι;

Πέμπτη.

     Το επόμενο πρωί μου τηλεφώνησε νωρίς και μου είπε να μην πάω. Ήθελε να ξεκουραστεί, είπε, το είχε ανάγκη κι αυτός μια μέρα να μη δουλέψει. «Μεθαύριο κανονικά όμως», πρόσθεσε πριν κλείσει. Κουβέντα για μας και τον τρελό έρωτα που κάναμε πριν λίγες μόλις ώρες.
     «Κανονικά»...
     Πήγα τη μεθεπομένη την ίδια ώρα όπως πάντα. Δουλέψαμε «κανονικά», το εφτάωρό μας, με τα διαλείμματα και τους καφέδες μας και λιγοστές κουβέντες. Σαν να μην είχε γίνει τίποτα ανάμεσά μας. Νόμιζα πως θα πεθάνω, θ’ αυτοκτονήσω, θα τον σκότωνα κι ύστερα θα έπεφτα στα πόδια του να τον εκλιπαρήσω για τη ζωή μου. Νόμιζα πως θα πνιγόμουν, θα τρελαινόμουν, θα ξεσπούσαν οι φλόγες από μέσα μου και θα κολλούσα πάνω του να τον παρασύρω στην καταστροφή μου. Έμεινα όμως κουλαριστή κι ολοένα έσβηνα μες στην ακινησία μου.
     Κι ύστερα, όταν όλα είχαν τελειώσει και ετοιμαζόμουν να φύγω, εξαντλημένος εσύ στην πολυθρόνα, αδειασμένοι κι οι δυο μας, δεν ξέρω πώς ή από πού ή τι μας χτύπησε ξαφνικά, βρεθήκαμε στον καναπέ αυτή τη φορά, ανίσχυρα πιόνια της φοβερής μανίας, καταβροχθίζοντας ο ένας τον άλλον, βουλιάζοντας στο αντίπαλο δέος, ρουφώντας το οξυγόνο, την ανάσα του άλλου, κομματιάζοντας το κορμί του, ξεσκίζοντας τη σάρκα του, παραβιάζοντας ό,τι μας χώριζε απ’ τον πυρήνα της ύπαρξής του, σ’ αυτό το τρελό κυνηγητό, τη μυστηριακή λατρεία, που δεν ήξερα αν ήταν της ζωής ή του θανάτου -- και ούτε μ’ ένοιαζε.
     «Κανονικά»....
     Πώς θα μπορούσε ποτέ να υπάρχει «κανονικά» μαζί σου;
     Έναν ολόκληρο χρόνο κάναμε έρωτα «κανονικά» στο τέλος κάθε μέρας. Έναν ολόκληρο χρόνο που, μέχρι να ‘ρθει εκείνη η στιγμή, δεν ήξερα αν μ’ αγαπάς, αν θα με ξαναθέλεις, αν μ’ έχεις ανάγκη, αν έστω νιώθεις πως υπάρχω. Έναν ολόκληρο χρόνο που κάθε μέρα στην αγκαλιά σου φώναζα εκστατική πως τέτοια ομορφιά δεν έχει ξαναϋπάρξει, πως κι αν πεθάνω αυτή τη στιγμή θα έχω ζήσει αιώνια.
     «Κανονικά»....
     Πώς, μάτια μου, «κανονικά» ανάμεσά μας; Εσύ κάθε στιγμή ήσουν αγέννητος και κάθε στιγμή γεννιόσουν. Κι εγώ κάθε στιγμή ήμουν νεκρή και κάθε στιγμή με ανάσταινες για να με θανατώσεις πάλι.
     Μα σ’ αγαπώ ακόμα.

Κυριακή, μεσάνυχτα παρά κάτι.

     Έκανα κάτι τρελό σήμερα. Μόνο στο ημερολόγιό μου μπορώ να το ομολογήσω. Αν μαθευτεί παραέξω, χαιρέτα την Κίρα, την άνετη και χαλαρή, λίγο βιδάτη ίσως, αλλά ωραίος τύπος βασικά, έξω καρδιά και μέσα σ’ όλα. Έτσι είμαι εγώ, αλήθεια. Απλά καμιά φορά μου τη βαράει. Όπως σήμερα, Κυριακάτικα. Μου τη βαράνε οι Κυριακές. Δεν τις αντέχω. Πού να πάς, τι να κάνεις, ποιον να δεις; Δουλειά δεν έχεις, σπίτι βαριέσαι. Εντάξει, υπάρχουν και οι εκδρομές και τα σινεμά και τα μπαράκια. Πηγαίνω και σε κάνα μουσείο, αλλά τα ψιλοβαριέμαι κιόλας. Και βιβλία πόσα να διαβάσεις; Ως κι οι γκαλερί είναι κλειστές τις Κυριακές, αν και προτιμώ τα εγκαίνια που έχουν και λίγο νταβαντούρι. Είμαι άνθρωπος της δράσης. Δεν μου πάνε οι Κυριακές. Νέκρα παντού, πού κρύβονται όλοι; Μήπως χώνονται σε καμιά τρύπα και πέφτουν σε χειμερία νάρκη; Ε, αυτό έκανα κι εγώ – άρα εντάξει.
     Ντύθηκα, πλύθηκα και τα λοιπά, ήπια και τον καφέ μου, πότισα τις γλάστρες μου, έστειλα δυο μηνύματα με το κινητό μου, πήρα διάφορους απ’ το σταθερό, αλλά κανένας δεν ευκαιρούσε, οπότε κλείστηκα κι εγώ στην κρεβατοκάμαρα και πέρασα τη μέρα μου με το πορτρέτο. Το λέω απλά αλλά ήταν μια ξεχωριστή μέρα. Προβάριζα πόζες και με κοιτούσα στα μάτια. Ανά εικοσάλεπτο τις άλλαζα, με το ρολόι, για να εξασκηθώ μεν στο «αλλού», αλλά να μη χάσω και κάθε επαφή με το χρόνο. Αυτοσχεδίαζα, δημιουργούσα, έσπρωχνα τον εαυτό μου στα όριά μου. Δύσκολες πόζες, στο ένα πόδι, τα χέρια ψηλά, ή τεντωμένα μπροστά σαν ικεσία, γονατιστή, σκυφτή, ως και ανάποδα με τα βρακιά κατεβασμένα, σαν να με έφτυνα, να με προκαλούσα – άραγε εμένα ή εκείνον; τον δημιουργό, την τέχνη ή τα αναπόφευκτα θύματα του πολέμου; Καλή πάντως η χειμερία νάρκη, σε φτιάχνει. Κι η πλάκα ήταν πως με την κάθε πόζα που έπαιρνα, άλλαζε κι η έκφρασή μου στο πορτρέτο. Σχεδόν μου μιλούσα -- εγώ σ’αυτό κι εκείνο σε μένα, κι οι δυο μας σε κείνον. Ώσπου βράδιασε ξαφνικά κι ήμουν πιασμένη ολόκληρη, φριχτό πιάσιμο στο κορμί μου, αλλά είχα μια άλλη ηρεμία.

Δευτέρα 18 Ιουνίου

     Άντε να τελειώνουμε μ’ αυτή την ιστορία. Βαρέθηκα να τα σκαλίζω.

     Και να φανταστείς ότι όλα ξεκίνησαν από ένα «κόκκινο ροδί» -- γελοίο! Το ερωτεύτηκα μόλις αντίκρισα την κοπελιά στο σουπερμάρκετ. Δεν κρατήθηκα: «Πώς το λένε αυτό το χρώμα που βάφεις τα μαλλιά σου;» τη ρώτησα. Δεν ενοχλήθηκε, ίσα ίσα: «"Κόκκινο ροδί" της Σβάρτσκοπφ», μου χαμογέλασε, «θα το βρεις στον τελευταίο διάδρομο πλάι στις σερβιέτες. Αλλά πρόσεξε, ε; Σ’ εμάς τις μελαχρινές θέλει τρία χέρια να πιάσει. Έχεις και μπόλικο μαλλί εσύ, αφάνα -- ε, δώσ’ του να καταλάβει».
     Του έδωσα να καταλάβει. Τέσσερα χέρια. Και ενθουσιάστηκα όταν με είδα στον καθρέφτη. Εντυπωσιακή, δυναμική, άγρια, με ανταύγειες μυστηρίου. Θα τον τρελάνω τον δικό μου, λέω. Και σαν να έχει αρχίσει να ξενερώνει τελευταία. Ε, αύριο, μανάρι μου, ετοιμάσου, θα κάνουμε όργια, θα σ’ απογειώσω.
     Απογειώθηκε όντως, όταν με είδε.
     Είχα ήδη ξεντυθεί και στηθεί στην πόζα – παράδοξο βέβαια που δε μ’ είχε προσέξει νωρίτερα, αφού από ώρα πηγαινορχόμασταν στο ατελιέ (μπάνιο, κουζίνα, καφέ, «καλημέρα»), αλλά το παθαίνει αυτό καμιά φορά ο καλός μου, σαν καλλιτέχνης που είναι, ενώ δηλαδή έχει τα μάτια ανοιχτά, γαλαζοπράσινα, πανέμορφα, εκείνος πολλές φορές δεν βλέπει. (Το ίδιο παθαίνει και με τ’ αυτιά του). Ετοιμαζόταν λοιπόν για την πρώτη ηρωική πινελιά της ημέρας κι είχε σηκώσει το χέρι με το πινέλο ψηλά στον αέρα, όταν έμεινε κόκαλο ξαφνικά και με κοίταζε θαμπωμένος βγάζοντας ήχους περίεργους σαν να ρετάρει ο δορυφόρος.
     «Τι ‘ν’ αυτό;» -- με γουρλωμένο μάτι.
     «Κόκκινο ροδί, σ’ αρέσει;»
     Δεν του άρεσε προφανώς.
     Καθόλου.
     Μα καθόλου!
     Μου έκανε σκηνή, ο αχρείος -- δεν το πιστεύω. Μου πέταξε το πινέλο! Με είπε εγωίστρια, πως δεν τον υπολογίζω. Μου είπε πως δεν έχω ιδέα από τέχνη, πως στέκομαι εμπόδιο στη δουλειά του, πως τον ζηλεύω. Με είπε αλλοπρόσαλλη: με ποιο δικαίωμα βάφομαι κόκκινη-ροδιά ξαφνικά, ενώ όλο το μυστήριο του πίνακα βρίσκεται στα κορακίσια μαλλιά μου; Μου είπε πως απορεί με την υπομονή του, ότι κουράστηκε τόσους μήνες μαζί μου, ότι τον έχω κάνει κουρέλι. Μου είπε πως δεν αντέχει άλλο, πως τον ξεζουμίζω, πως αν δεν ήμουν εγώ θα είχε πάει στη Μπιενάλε. Μου είπε να τελειώνουμε επιτέλους, τέρμα τα γαμήσια, να φύγω και να μην ξανάρθω. Έπειτα έκλεισε ένα ένα τα φώτα, μ’ άφησε γυμνή στο σκοτάδι και βάρεσε πίσω του την πόρτα.

Πέμπτη 20 Ιουνίου

     Η αδικία!
     Αυτή είναι που με τρώει και δεν μπορώ να τον ξεχάσω.
     Άκου τον ξεζουμίζω! Αυτό πια είναι διαστροφή. Το αντίθετο ακριβώς γινόταν: εγώ τον στήριξα, εγώ τον έκανα άντρα, εγώ τον ανάδειξα και καταξιώθηκε σαν καλλιτέχνης. Πώς δεν το βλέπει ότι χάρη σε μένα τρελάθηκαν όλοι στην έκθεσή του; Γιατί δεν μου αναγνωρίζει τουλάχιστον ότι ήμουν το πάθος της ζωής του; Πώς θα ζήσει χωρίς εμένα;
     Και σιγά τον πίνακα που μου έφερε δώρο. Για να χωρίσουμε, λέει, φίλοι. Ο ψεύτης! Τρόμαξε με τα μηνύματα που του άφηνα στον τηλεφωνητή του. Δεν είχα άλλη επιλογή -- ούτε τηλέφωνα σήκωνε ούτε μου άνοιγε την πόρτα. «Θα σε κάνω βούκινο στην Αθήνα», είπα κι εγώ στο τέλος. «Θα γυρέψω τα δεδουλευμένα μου μέσω δικηγόρου» -- την επομένη. «Θα βγω στον Τριανταφυλλόπουλο...» Αυτό ήταν. Μου τηλεφώνησε αμέσως. Κανονίσαμε ραντεβού και η καρδιά μου πετούσε. Αλλά ήταν μπλόφα, ο άθλιος. Δεν είχε μαλακώσει. «"Μετά τη συνουσία"», μου το τόνισε κιόλας: «Αυτός είναι ο τίτλος του πορτρέτου». Κι έσκυψε να με φιλήσει, στο μάγουλο: «Ας χωρίσουμε φίλοι». Πρόλαβα και του έστρεψα τα χείλια. Κάτι πήγε να γίνει, αλλά τραβήχτηκε πριν τον καλοανάψω. Έκανα ό,τι μπορούσα. Παρακάλεσα, έκλαψα, λιποθύμησα στην αγκαλιά του. Τίποτα όμως εκείνος. Πώς θα ζήσει χωρίς εμένα;

Παρασκευή

     Ένα τεράστιο κενό είναι η ζωή μου.

Σάββατο

     Γνώρισα το μεγάλο έρωτα, αλλά μου βγήκε τζούφιος.
     Κάπως έτσι δε γίνεται πάντα;

Κυριακή

     Κυριακή σήμερα, κουράγιο.
     Θα πάρω σβάρνα τα μπαράκια.

Δευτέρα 24 Ιουνίου

     Βαρέθηκα το ημερολόγιο, θα το σταματήσω. Έχω πιο σοβαρά πράγματα να κάνω. Τούτο μόνο θα γράψω, για την ιστορία:
     Έγινε κάτι καταπληκτικό χτες. Γνώρισα έναν τύπο! Ξανθός, γαλάζια μάτια, σαραντάρης. Είναι εκδότης και ερασιτέχνης φωτογράφος. Διαζευγμένος νομίζω, αλλά πρέπει να το εξακριβώσω. Εξαιρετικά καλλιεργημένος, λατρεύει τις Καλές Τέχνες. Τον έφερα σπίτι να δει το πορτρέτο μου. Τρελάθηκε. Θέλει να με φωτογραφήσει. Του είπα πως είμαι ακόμα ερωτευμένη με τον πρώην. Άκουσε όλη την ιστορία, με κατανόησε πλήρως. Διάβασε και το ημερολόγιό μου. Αν το δουλέψω, λέει, ίσως μπορεί να το εκδώσει. Δεν είμαι αφελής, ξέρω πού το πάει. Τα μάτια μου είναι ανοιχτά -- άρα εντάξει, δεν την πατάω. Και είναι ο τύπος άλλο πράγμα στο κρεβάτι.... Άλλωστε όλοι οι μεγάλοι έρωτες κάπως έτσι δεν ξεκινάνε, ώσπου να βγουν τζούφιοι;
     Μπράβο μου, μαθαίνω.