Τατιάνα Αβέρωφ

Απόσπασμα απ' το κεφ. 8

 

Δεν ήξερε η Ιφιγένεια τι ακριβώς είχε συμβεί με τοv Γιώργη, κάτι κακό πάντως, κάτι που έκανε όλους στο δωμάτιο να παγώσουν, μόλις ανέφερε ο Κωσταντής το όνομα του αδερφού του. Πού ήταν ο Γιώργης; Γιατί δεν ήταν εκεί; Γιατί δεν είχε έρθει να υποδεχτεί τον μεγάλο του αδερφό και να χαρούν όλοι μαζί τη γιορτή; Γιατί όλο και περισσότερο έμοιαζε να μην ανήκει πια ο Γιώργης σε τούτη την οικογένεια; Και γιατί μετά τη χαρά να έρχεται πάντα η λύπη;
   Τα μάτια της Ιφιγένειας ήταν θολωμένα από τα δάκρυα καθώς έβγαινε απ' τη σάλα. Η χαρά είχε διαλυθεί κι όλοι είχαν σκορπίσει. Ο Κωσταντής είχε βγει να βρει τους παλιούς του φίλους, η Λενούσιω ετοίμαζε το αγαπημένο γλυκό του Κωσταντή, η Ευδοκία διάβαζε πάλι μπροστά στο παράθυρο αναστενάζοντας με τις περιπέτειες του Κίτσου του αρχικλέφτη και της Αϊσέ χανούμ, ο πατέρας ήταν κλεισμένος στο ιδιαίτερό του, η μητέρα είχε εξαφανιστεί. Κι η Ιφιγένεια, λες και κάτι την έσπρωχνε να φύγει μακριά, βρέθηκε χωρίς να το καταλάβει στο πιο μακρινό σημείο του σπιτιού, κάτω, πιο κάτω, χαμηλά πιο χαμηλά, στο τελευταίο κατώγι, εκεί όπου μύριζε χώμα υγρό και βουνό μουχλιασμένο, στη σκοτεινή αγκαλιά της γης, στο μικρό χωμένο υπόγειο με την τεράστια καρούτα όπου μέσα πάλιωναν εξακόσιες οκάδες κόκκινο κρασί. Μούστος και κρασί απ' τα κλήματα των Αβερωφαίων, αναθυμιάσεις αιώνων. Η αψιά, μεθυστική ευωδιά και τα πανάρχαια φαντάσματα της γης λες κι αγκάλιαζαν την ψυχή της και την ηρεμούσαν. Η Ιφιγένεια χώθηκε πίσω από τη μεγάλη ξύλινη καρούτα. Κάθισε στο υγρό χώμα κι απέμεινε στο σκοτάδι ν' αφουγκράζεται τη σιωπή.
   Μες στη σιωπή, η καρδιά της ρυθμική. Ήχοι του κορμιού της. Το σταφιδόψωμο που έφαγε πριν λίγο. Μια σταγόνα νερού. Κι άλλη μία. Μακρινοί ήχοι του σπιτιού πάνω απ' το κεφάλι της, ήχοι των ζωντανών. Βήματα. Πιο κοντά. Το μάνταλο της πόρτας. Ξύλινη πόρτα, ξεχαρβαλωμένη, μακρόσυρτο το τρίξιμό της. Γκρινιάρικο.
   Κάποιος μπήκε βιαστικά και για μια στιγμή φωτίστηκε αχνά ο χώρος. Ύστερα η πόρτα έτριξε πάλι κι απέμεινε το σκοτάδι. Κι ένα δειλό φως να τρεμουλιάζει. Κάποιος ακούμπησε ένα κερί στο πάτωμα κι ακούστηκε σαν κάτι να ψαχουλεύει. Παραξενεμένη, λίγο φοβισμένη, η Ιφιγένεια ξαπλώθηκε στο υγρό χώμα και κοίταξε με δυσκολία κάτω απ' τα κοντόχοντρα ποδάρια της καρούτας. Μια στενή λωρίδα κατωγιού με ουρανό τον πάτο της καρούτας. Η μάνα; Τι γύρευε η μάνα εδώ στο κατώγι; Παραξενεμένη για τα καλά, η Ιφιγένεια σηκώθηκε από χάμω κι έβγαλε προσεκτικά το κεφάλι της απ' το πλάι της καρούτας.
   Στον απέναντι τοίχο στεκόταν η μεγάλη στροφιλιά όπου έβαζαν τα στέμφυλα απ' τα άσπρα σταφύλια – σε αχρηστία τώρα, αφού δεν ήταν εποχή για τρύγο. Η μάνα, με την πλάτη γυρισμένη προς το μέρος της, πάλευε να γυρίσει το έμβολο της στροφιλιάς για να ανεβάσει το καπάκι. Όταν τα κατάφερε επιτέλους, έσκυψε μέσα στο ξύλινο δοχείο και κάτι έβγαλε από τον πάτο. Παράξενο! Κανονικά το δοχείο έπρεπε να είναι αδειανό τέτοια εποχή. Έμοιαζε με παλιό σεντόνι ή πετσέτα, δεμένο μπόγο. Μικρός μπόγος, που κουδούνιζε περίεργα. Η μάνα το ακούμπησε στο πάτωμα και το ξέδεσε.
   Λεφτά! Ο μικρός μπόγος ήταν γεμάτος φλουριά, ασημένια κυρίως, αλλά κάπου κάπου κι από καμιά χρυσαφιά λάμψη.
   Μην πιστεύοντας στα μάτια της, η Ιφιγένεια έμεινε να κοιτάζει τη μάνα που μετρούσε τα φλουριά, ξανά και ξανά, μέχρι που ξεχώρισε κάμποσα. «Τετρακόσια γρόσια», μουρμούρισε ευχαριστημένη. Αυτά που έμειναν, περίπου τα μισά, τα ξανάδεσε στο μπόγο και τα έβαλε πίσω στη στροφιλιά, κατεβάζοντας προσεκτικά το έμβολο. Ύστερα πήγε στην πόρτα.
   «Ψσσσστ», σφύριξε μέσα απ' τα δόντια σε κάποιον που, όπως φαίνεται, περίμενε απ' έξω.
   Η Λενούσιω.
   «Πάρε αυτά», της είπε η μάνα δένοντάς τα σε μια πετσέτα που είχε κάτω απ' τη φούστα, «και πήγαινε στο χάνι του Ακρίβου, να βρεις το Γιώργη να του τα δώσεις. Πρόσεχε όμως μη σε δούνε!»
   «Έννοια σου, κυρά μου», είπε η Λενούσιω με ύφος σοβαρό και βλέμμα γεμάτο συμπόνια. «Να μην ανησυχείς καθόλου. Θα στείλω τον Γιάκο μου μέσα στο χάνι να τον φωνάξει. Και μόνο σαν βγει ο Γιώργης έξω, κι άμα σιγουρευτώ πως δεν μας βλέπει άλλο μάτι, μόνο τότε θα του τα δώσω.»
   «Να μην το μάθει ο Αφέντης!»
   «Μη φοβάσαι. Και θα προστάξω το Γιώργη να ξοφλήσει αμέσως αυτά που χρωστάει. Την ίδια στιγμή!»
   «Και μην τύχει και κάνει άλλα χρέη!» φοβέρισε η μάνα. «Να του πεις πως άλλα λεφτά δεν έχω να του δώσω. Κι έτσι και το μάθει ο άρχοντας... θα μας κρεμάσει όλους!»
   «Έννοια σου, κυρά μου, και ξέρω εγώ τι θα του πω», είπε η Λενούσιω και έφυγε.
   Η Ελένη περίμενε λίγα λεπτά ν' απομακρυνθεί η παραμάνα, ύστερα άνοιξε την πόρτα για ν' ανέβει πάλι πάνω. Μα εκείνη τη στιγμή η ματιά της συναντήθηκε με της Ιφιγένειας, που στεκόταν ακόμα μαρμαρωμένη και την κοιτούσε από πίσω απ' την καρούτα. Αναπήδησε η μάνα. Πήδησε κι η κόρη.
   «Δεν το 'θελα, κατά λάθος... Σου ορκίζομαι... Δε θα το πω πουθενά!» Ν' άνοιγε η γη, παρακαλούσε η Ιφιγένεια, γιατί το 'ξερε πως δεν έπρεπε να είχε δει αυτά που μόλις είδε. Το 'ξερε πως ήταν κάποιο πολύ μεγάλο μυστικό, δεν ήταν για κείνη. Αλλά όμως.... την έτρωγε η περιέργεια. Πού τα 'χε βρει όλα αυτά τα λεφτά η μάνα; Τι θα τα έκανε ο Γιώργης; Και γιατί θα τους κρεμούσε όλους ανάποδα ο πατέρας κι ύστερα θα τους έγδερνε ζωντανούς;
   Γέλασε η μάνα άθελά της, τα μάτια της Ιφιγένειας είχαν ανοίξει διάπλατα σαν μικρού παιδιού. «Δεν είπα πως θα μας γδάρει ζωντανούς» – τι περίεργο, χαμογελούσε τώρα κι ας γκρεμιζόταν ο κόσμος όλος γύρω της. «Είναι όμως μυστικό και δεν πρέπει να το μάθει ο πατέρας, γιατί μπορεί να ταραχτεί και να πάθει καμιά κρίση σαν τις προάλλες. Ξέρεις, ο πατέρας σου δεν είναι πολύ καλά τον τελευταίο καιρό.»
   «Ξέρω, μάνα, δεν είμαι παιδί. Τα μυστικά δεν είναι για να τα μαρτυράμε σε όλους. Αλλά πού τα βρήκες όλα αυτά τα λεφτά;»
   Την κοίταξε η μάνα, ζυγίζοντας τα λόγια της. Τι να πει κανείς σε μια κόρη που δεν είναι πια παιδί; Σ' ένα παιδί που όλα τού είναι άγνωστα, μα όλα τα ξέρει μες στην καρδιά; «Καμιά φορά...» ξεκίνησε σκεφτική, «καμιά φορά, εμείς οι γυναίκες πρέπει να κάνουμε αυτό που πρέπει να κάνουμε». Παύση. Η Ιφιγένεια περίμενε υπομονετικά. «Καμιά φορά εμείς οι γυναίκες πρέπει να γράφουμε τους νόμους και τις αλήθειες απ' την αρχή. Γιατί αυτές που ξέρουμε είναι αλήθειες των αντρών, αλήθειες των δυνατών, αλήθειες που δεν κάνουν για όλους...»
   Άχνα δεν έβγαλε η Ιφιγένεια κι ας μην καταλάβαινε πολύ καλά.
   «Τα λεφτά είναι δικά μου!» ορκίστηκε η Ελένη. «Πλήρωσε προίκα ο πατέρας μου στον Κολάκη. Κι εγώ, εδώ και κάμποσα χρόνια κάνω οικονομίες, λίγα γρόσια από δω, λίγα από κει, απ' τα λεφτά που μου έδινε ο αφέντης για τις ανάγκες του σπιτιού, ή πέρσι που ήρθε ο ράφτης και μας έραψε φορεσιές σε όλους, ή όταν πήγαινα στην πόλη στο παζάρι, ή καμιά φορά... καμιά φορά ξέχναγε ξεκλείδωτο το μπαούλο του ο Κολάκης. Λίγα λίγα τα μάζευα τα φλουριά και τα έκρυβα εδώ κάτω, για μια ώρα ανάγκης. Και να που ήρθε κείνη η ώρα, όπως έρχεται πάντα στη ζωή μιας γυναίκας, να το ξέρεις αυτό, παιδί μου, και πάντα να το θυμάσαι: Εμείς οι γυναίκες πρέπει να κάνουμε αυτό που πρέπει να κάνουμε για να επιβιώσουμε εμείς και όσοι αγαπάμε. Αυτή είναι η πρώτη, η ιερότερη υποχρέωση, η μεγαλύτερη αλήθεια όλων».
   Φύσηξε το κερί η μάνα κι άνοιξε την πόρτα για ν' ανεβούνε ξανά στη χώρα των ζωντανών και για μια στιγμή, μια στιγμή αιώνια, έμειναν μόνες στο σκοτάδι, μάνα και κόρη, γυναίκα και παιδί, παιδί και γυναίκα, και το σκοτάδι τύλιξε την Ιφιγένεια και ξύπνησε μέσα της μνήμες θολές, μπερδεμένες, ξεχασμένες, μιας χαμένης παιδικής ηλικίας, αισθήσεις, λαχτάρες, απορίες που δεν πρόλαβαν να γίνουν απορίες αλλά χάθηκαν ξανά στο κενό της άγνοιας και της καταχνιάς, και όλα μαζί, φαντάσματα απ' το παρελθόν, πνεύματα, φωνές, σκιρτήματα απ' το μέλλον πήραν σάρκα και οστά κι έγιναν ένα. Και η μάνα τής έπιασε το χέρι και την οδήγησε στις σκάλες -- σκαλοπάτια στο μέλλον, στο άγνωστο, στη ζωή, φαντάσματα, πνεύματα και η μάνα μαζί, τι περίεργο, δεν είχε ποτέ της προσέξει πως είχε κι η μάνα σάρκα και οστά.

Απόσπασμα απ' το κεφ. 12

   Είχαν ξανασυναντηθεί με τον Τέγο πολλές φορές μετά από εκείνο το πρώτο φιλί στη βρύση του Αϊ-Γιώργη. Στην αρχή φαινόταν δύσκολο, ακατόρθωτο, αλλά σιγά σιγά όλο και κάποια ευκαιρία παρουσιαζόταν: στη βρύση για νερό, κάθε μέρα στα κλεφτά. Στον παππού το Χοντρομίχο που δεν ήταν καλά στην υγειά του τελευταία – και ποιος να ξέρει αν χασομερούσε η Ιφιγένεια στα πηγαινέλα; Μα όσο περνούσε ο καιρός, ούτε κι αυτά δεν τους έφταναν πια, γιατί ήταν αχόρταγη η φλόγα που σιγόκαιγε στα σωθικά τους. Και μετά ήρθε η άνοιξη κι η Ιφιγένεια έπεσε με τα μούτρα στα αγριολούλουδα, στη ζωγραφική και στη μελέτη, με τέτοια προσήλωση και πάθος, που κανείς δεν ξαφνιάστηκε όταν κάποια μέρα μάζεψε χαρτοφύλακες, χρώματα και πινέλα και δήλωσε πως τα λουλούδια δε θέλει πια να τα κόβει και να τα αποξηραίνει, αλλά μόνο να τα απαθανατίζει με το πινέλο της, στο φυσικό τους περιβάλλον. Και άρχισε να παίρνει τα βουνά και τα λαγκάδια. Ώρες ατέλειωτες, ταγμένη στο σκοπό της...
   Ώσπου μια μέρα συνέβη κάτι τόσο αναπάντεχο, τόσο απίστευτο, που από κείνη τη μέρα τίποτα πια δεν ήταν ξανά όπως πριν.

   Το δάσος με τις οξιές ξεκίναγε ψηλά στη βουνοπλαγιά μόλις άφηνες πίσω σου τα τελευταία σπίτια του χωριού. Ήμερο δάσος, λουσμένο στο ανοιχτοπράσινο φως που άστραφτε με μυστικές ανταύγειες κι ένα παχύ στρώμα φύλλα ν' αγκαλιάζει το κάθε σου βήμα. Πυκνό δάσος, φιλόξενο καταφύγιο από τον ήλιο και τ' αδιάκριτα βλέμματα των ανθρώπων – όχι όμως πάντα και των τσομπάνων. Έτσι, οι δυο νέοι περπατούσαν αργά, προσεκτικά στα σκιερά μονοπάτια, σταματώντας κάθε τόσο ν' αφουγκραστούν και είτε να χωρίσουν βιαστικά σαν τρομαγμένα ζώα ή να βγάλουν ρίζες μες στη γη και να φιληθούν με πάθος – αλίμονο! Υποταγμένο πάντα το πάθος στην εξουσία του φόβου.
   «Και πότε λοιπόν ετοιμάζεσαι να ξαναφύγεις ταξίδι;» ρωτούσε ξαφνικά η Ιφιγένεια, διακόπτοντας όλα εκείνα τα άγνωστα και τρομακτικά που απειλούσαν να σαρώσουν τα λογικά της. Και οι δυο νέοι συνέχιζαν τότε το δρόμο τους, πιασμένοι ελαφριά από το χέρι.
   Ήταν ένα παιχνίδι με τη φωτιά που η Ιφιγένεια είχε μάθει να παίζει με μαεστρία, τρέμοντας και λαχταρώντας τη στιγμή της ήττας. Και ο Τέγος, σαν άντρας που ήταν και δυνατός, υπέμενε τα χαριτωμένα αυτά παιχνίδια του αδύνατου φύλου με καλοσυνάτη ανοχή και μια κάποια δικαιολογημένη ανυπομονησία.
   «Μα δεν είναι κανείς εδώ, τι φοβάσαι;» γελούσε και την τραβούσε πάλι κοντά του.
   Αλλά η Ιφιγένεια, σαν γυναίκα που ήταν, ήξερε πως είχε δίκιο να φοβάται και έτσι επέμενε πεισματικά: «Θα φύγεις πάλι για το Βουκουρέστι;» Ήξερε φυσικά και την απάντηση, μα δε χόρταινε να την ακούει. Μια γλυκιά ζεστασιά είχαν τα λόγια του, κι άλλωστε από τα λόγια δεν κινδυνεύεις. Ο Τέγος είχε επιχείρηση δική του τώρα με δέκα ζώα κι έλειπε συχνά σε ταξίδια, ποτέ μακρινά όμως. Δεν ξαναπήγε ποτέ στο Βουκουρέστι. Τώρα στα όνειρά του χώραγε μόνο η Ιφιγένεια
   «Μέχρι τα Γιάννενα», τη διαβεβαίωσε εκείνος. «Και μετά θα φύγω για τη Λάρισα, τη Χαλκίδα και άλλα πιο κοντινά ταξίδια.»
   Κοιμούνταν ήσυχοι όσοι εμπιστεύονταν στον Τέγο το βιος τους ή τη ζωή τους την ίδια για να τους μεταφέρει μ' ασφάλεια στον προορισμό τους. Δεν είχε χαθεί ποτέ εμπόρευμα δικό του σ' ενέδρα των ληστών, ούτε κινδύνεψε ποτέ ταξιδιώτης να πέσει αιχμάλωτος για λύτρα. Άφοβος, έμπειρος και μυαλωμένος, ο Τέγος ήταν ο πιο έμπιστος κιρατζής κι όλοι αυτόν ζητούσαν.
   Άφοβος και στην αγάπη.
   Από τη στιγμή που πείστηκε ότι η Ιφιγένεια τον αγαπούσε –και άργησε κάπως να πιστέψει το απίστευτο–, από τη στιγμή που είδε άφωνος όλη την αλήθεια, δεν υπήρχε άλλος φόβος στον κόσμο ικανός να τον αγγίξει. Ποιον να φοβηθεί και ποιος να τους πειράξει, τσομπάνος, ληστής ή χωριανός, όταν μέσα τους κρατούσαν με δέος την καρδιά ο ένας του άλλου; Σταμάτησε πάλι ο Τέγος να περπατάει, και η Ιφιγένεια βρέθηκε με την πλάτη να πιέζει στον κορμό μιας γέρικης οξιάς – που σίγουρα δεν είχε σκοπό να διευκολύνει τη φυγή της.
   «Και όμως πολλοί σε κακολογούν, ξέρεις», είπε η κοπέλα, μόλις αναδύθηκε να πάρει ανάσα. Άραγε να ήταν αλήθεια πως τα πουλιά σταματούσαν να κελαηδούν σαν φιλιούνταν οι ερωτευμένοι; Έτσι της είχε πει εκείνος. Κι εκείνη είχε γελάσει, παίρνοντας όρκο πως την επόμενη φορά θα το εξακρίβωνε και η ίδια – αλλά πάντα το ξεχνούσε. Στράφηκε πάλι στο σκοπό της: «Πολλοί λένε πως όλα αυτά δεν είναι τυχαία, ξέρεις. Αναγνωρίζουν πως είσαι άξιο παλικάρι και γενναίο, αλλά λένε πως για να μη σε πειράζουν ποτέ οι ληστές θα πρέπει να έχεις κάποιον προστάτη – άγιο ή και δαίμονα ίσως. Άλλοι πάλι προσθέτουν πως φίλος σου είναι κι εκείνος ο Φλέγκας, που έχει νταραβέρια με ληστοσυμμορίες...»
   «Ψέματα!» διαμαρτυρήθηκε ο Τέγος, φυτεύοντας ένα αγριολούλουδο στα μαλλιά της Ιφιγένειας. «Ο Φλέγκας έχει καλή καρδιά. Τι ανάγκη έχει εξάλλου από άνομα πλούτη; Τώρα που χάθηκε η καημένη η Λέγκω – Θεός σχωρέσ' την– τα φέρνει καλύτερα βόλτα. Δεν είναι τέτοιος άνθρωπος ο Φλέγκας.»
   «Είναι και παραείναι, όλοι το λένε», η Ιφιγένεια είχε όρεξη να τον πειράξει. Και να τον παρασύρει σε νέες συζητήσεις...
   Δεν ήταν πως τον αγαπούσε λιγότερο απ' ό,τι την αγαπούσε εκείνος, όχι, δεν ήταν αυτός ο λόγος. Όμως, σαν γυναίκα που ήταν, και μάλιστα αρχοντοπούλα, ίσως να έβλεπε πιο μακριά, ίσως να είχε περισσότερη φαντασία από τον Τέγο. Πώς αλλιώς να εξηγήσει ότι την ώρα ακριβώς που σταματούσαν τα πουλιά να κελαηδούν και στέναζε η γέρικη οξιά πίσω απ' την πλάτη της και λύγιζαν τα γόνατα και το κορμί της πετούσε ψηλά να συναντήσει τον ήλιο, την ίδια αυτή ώρα το μυαλό της πετούσε αλλού και έβλεπε εικόνες ολοκάθαρες, φρικιαστικές... να ένας τσομπάνος ή ξυλοκόπος ή ταξιδιώτης... τον έβλεπε να πλησιάζει αθόρυβα στο αρχαίο χαλί από φύλλα, να στρίβει ανύποπτος στο μονοπάτι, να τους αντικρίζει ξαφνικά μπροστά του... Εκεί έσβηνε απότομα κάθε εικόνα του νου γιατί, σαν γυναίκα που ήταν, η Ιφιγένεια έβλεπε ξάστερα μα δεν ήθελε να βλέπει το τι θα γινόταν στη συνέχεια. Δεν ήταν λοιπόν πως τον αγαπούσε λιγότερο απ' ό,τι την αγαπούσε εκείνος, όχι. Απλώς φοβόταν. Και ήξερε πως είχε δίκιο. Γιατί τσομπάνοι υπήρχαν πολλοί, όπως και ξυλοκόποι -- και όλοι οι άντρες ως γνωστόν αρέσκονται να διαλαλούν τα καμώματα κάθε γυναίκας, και μάλιστα αρχοντοπούλας.
   Ώσπου εκείνη τη μέρα, στο ίδιο αυτό μονοπάτι όπου είχαν περπατήσει αμέτρητες φορές ως τότε, πρόσεξαν ένα παράξενο άνοιγμα στους θάμνους. Μια μαύρη τρύπα που έχασκε ορθάνοιχτη ανάμεσα στις φτέρες και στα βάτα, λες κι είχε μόλις περάσει κάποιο μεγάλο ζώο. Και παραμέσα, ένα άνοιγμα στη βουνοπλαγιά που υψωνόταν κατακόρυφα στ' αριστερά τους.
   «Κοίτα», φώναξε παραξενεμένο το κορίτσι. «Ο βράχος κόβεται απότομα σ' αυτό το σημείο και μοιάζει να υπάρχει κάποιο πέρασμα μες στο βουνό.» Τράβηξε τον Τέγο απ' το χέρι και χώθηκε πρώτη κάτω απ' την αγριάδα.
   Ήταν στενά στην αρχή, ίσα που χώραγαν να περάσουν. Ένα σκοτεινό, μυστικό δερβένι που οδηγούσε στριφογυριστά ανάμεσα από πανύψηλα βράχια. Μια αίσθηση μόνο, μια κίνηση, κάτι άπιαστο και φευγαλέο. Σαν να βρέθηκε ξαφνικά στο όνειρο, κάποιο όνειρο ξεχασμένο. Τα κλαριά και οι ρίζες τής κλείνουν το δρόμο, της σκίζουν τα ρούχα, μπλέκονται στα μαλλιά της. Τα πόδια της δεν υπακούν. «Έλα, έλα προσεκτικά, μη φοβάσαι», η φωνή του Τέγου στ' αυτιά της. Μπροστά τώρα εκείνος, της ανοίγει το δρόμο. Προχωράνε μαζί, πιασμένοι απ' το χέρι. Βήμα βήμα, τα πόδια τους βουλιάζουν σ' ένα υγρό στρώμα από φύλλα που αναδεύονται ξαφνιασμένα, βγάζοντας μικρές πονεμένες κραυγές κι ευωδιές από τη σήψη των αιώνων. Ψηλά πάνω απ' τα κεφάλια τους μια στενή οροφή από κλαριά προεξέχουν ακατάστατα από τις δυο πλευρές της χαράδρας και κλείνουν έξω τον κόσμο. Ακόμα πιο ψηλά, αχνά, μια υποψία γαλάζιου: ο ουρανός, αδύναμος να τους φωτίσει.
   Προχώρησαν λίγο ακόμα σιωπηλοί, ύστερα το δερβένι άρχισε να φαρδαίνει. Μια ηλιαχτίδα φώτισε το σκοτάδι. Τρεις στροφές ακόμα και είχαν βγει στην άλλη άκρη.
   «Κοίτα!...» ψιθύρισε ο Τέγος.
   Η Ιφιγένεια στεκόταν ακίνητη, σκιάζοντας τα μάτια σαστισμένη. Ένας τόπος λουσμένος στο φως... Υπήρχε λοιπόν στ' αλήθεια;
   Φως απόκοσμο, αβάσταχτο, μεθυστικό. Ήλιος. Αχτίνες και λάμψεις και ανταύγειες, χορεύοντας και ριγώντας σ' όλα τα χρώματα της γης, κόκκινο φλογισμένο χαλί οι παπαρούνες, χρυσαφένιο οι κρόκοι, οι πριμούλες, τ' αγριοράδικα, τα σινάπια κι οι νεραγκούλες, χιονόλευκοι οι ευαίσθητοι νάρκισσοι, να και οι δειλές ανεμώνες, οι ευωδιαστοί μενεξέδες, να τ' αγριογέρανα, τα σαλέπια, οι ορχιδέες, να κι η κόκκινη βαλεριάνα, το γαλανό δελφίνιο, να κι ένα χαλί από κυκλάμινα ή «διώχτρες» που σαλπίζουν τον ερχομό του πρώτου χιονιού και διώχνουν τους τσομπάνους να ξεχειμωνιάσουν στις πεδιάδες.
   «Μα ακόμα είναι Ιούνιος», ψιθύρισε η Ιφιγένεια απορημένη.
   Είχε σαστίσει και ο Τέγος, «Oι διώχτρες ανθίζουν το φθινόπωρο... κι οι κρόκοι το Γενάρη...»
   Όλες οι εποχές του χρόνου, όλες οι ομορφιές της γης, όλα τα θαύματα και οι φωτεινές αχτίδες, άνθη, δροσοσταλίδες, πουλιά και πεταλούδες, πολλές πεταλούδες, κίτρινες, με διάφανα στολίδια και μαύρα μάτια στα φτερά τους, ίσα για να τονίζουν ακόμα πιο πολύ το χρυσοκίτρινο πέταγμά τους. Ανάλαφρο πέταγμα, δίχως βαρύτητα, χάιδευαν τα μάγουλα και τα μαλλιά των ερωτευμένων, γαργαλούσαν τ' αυτιά τους και τις μύτες, έμπαιναν μέσα τους και φτεροκοπούσαν αντάμα με την καρδιά τους. Πεταλούδες όμορφες, ελεύθερες, λαμπυρίζοντας με χάρη στον ήλιο, θαρρείς και σηκώθηκαν οι κρόκοι απ' το λιβάδι και πετούσαν ολόγυρα να τους καλωσορίσουν.
   Υπήρχε λοιπόν στ' αλήθεια;
   Τόσο κοντά κι όμως ποτέ δεν το είχαν υποψιαστεί γιατί ήταν ολότελα κρυμμένο απ' το μονοπάτι. Τόσο κοντά κι όμως ποτέ δεν είχαν φανταστεί πως σε τούτο το δάσος μπορεί να κρυβόταν ένα τέτοιο μέρος μαγεμένο. Εκτός... εκτός κι αν δεν υπήρχε στ' αλήθεια, αλλά ζούσε μονάχα στα όνειρά τους, ένας τόπος φανταστικός, ένα δώρο σταλμένο απ' τους θεούς ειδικά για ν' αγαπηθούνε.