Τατιάνα Αβέρωφ

Κεφάλαιο 28

Σκηνή πρώτη: Σάββατο - κάποιον κρύο Νοέμβρη, πριν από έξι χρόνια.

   Η Νάνα την περίμενε στο σταθμό, όταν μπήκε το τρένο. Να τη, με το καπελάκι της και τα παλιομοδίτικα «καλά της», να βηματίζει πάνω κάτω στην αποβάθρα. Πίσω της, μια μεγάλη πινακίδα επιβεβαίωνε αυτό που μόνο να υποθέσει μπορούσε η Λήδα απ' τη ντοπιολαλιά του σταθμάρχη: PLYMOUTH. Ναι, είχε φτάσει επιτέλους. Ένας αιώνας αυτό το ταξίδι απ' το Λονδίνο. Έτσι της φάνηκε τουλάχιστον, ίσως γιατί είχαν προηγηθεί βδομάδες αλληλογραφίας για να οριστεί η συνάντησή τους (η Νάνα δε συμπαθούσε τα τηλέφωνα κι η επικοινωνία περιπλεκόταν) ή ίσως γιατί αυτό το ταξίδι είχε πάρει είκοσι χρόνια στην ουσία να κανονιστεί.
   «Oh my, oh my, μα εσύ είσαι πιο όμορφη κι απ' τη φωτογραφία σου!», την έσφιξε η Νάνα στην αγκαλιά της, τα μάτια της πιο αχνογάλανα και υγρά παρά ποτέ.
   Σαν να μην είχε αλλάξει καθόλου, ίδια απαράλλαχτη όπως πριν είκοσι χρόνια, σάστισε η Λήδα καθώς την τύλιγε η γνώριμη μυρουδιά: Μια ανάσα από τσάι, σαπούνι και ναφθαλίνη, μια υποψία μούχλας και λίγη κανέλα χωνεμένα όλα μαζί. Ίδια απαράλλαχτη, μόνο που είχε μικρύνει. Δες πόσο εύθραυστη -- ο βράχος της! Ούτε στο μπόι της δεν έφτανε πια.
   Θα μπορούσαν να είχαν συναντηθεί εδώ και πολλά χρόνια, μα δεν το έκαναν. Μόνο αλληλογραφούσαν, κάθε Χριστούγεννα και γενέθλια απαραιτήτως, πιο γλαφυρή η Νάνα, πιο σύντομη η Λήδα, γιατί είχε δουλειές εκείνη, μεγάλωνε. Και όταν μεγάλωσε τόσο που ήρθε φοιτήτρια στο Λονδίνο, η Νάνα την προσκαλούσε συχνά στο Πλίμουθ τον πρώτο καιρό, έπειτα προσφέρθηκε ν' ανέβει η ίδια στην πρωτεύουσα να τη δει, αλλά η Λήδα όλο ξεχνούσε να της απαντήσει, γιατί δεν την ενδιέφερε και τόσο το παρελθόν, είχε δουλειές εκείνη, σπούδαζε, κοιτούσε μπροστά.
   «Πάμε! Ούτε λεπτό για χασομέρι»-- η Νάνα ξεχειλίζοντας από ενέργεια. «Τι θα πρωτοπρολάβουμε αυτό το Σαββατοκύριακο; Έχουμε τόσα να κάνουμε, μα το Θεό!»
   Ένα Σαββατοκύριακο τυλιγμένο στη σαστιμάρα, έτσι θα το θυμόταν η Λήδα χρόνια μετά. Σαν να μην ήταν τίποτα απόλυτα πραγματικό. Ή σαν να μην ήταν η ίδια απόλυτα εκεί -- ίσως γιατί η Νάνα ήταν τόσο πολύ «πανταχού». Με μια ένταση, μια πυκνότητα θαρρείς δυσανάλογη στη μικροσκοπική της μάζα, πληρώνοντας κάθε εκατοστό άδειου χώρου και χρωματίζοντάς το ασφυκτικά. Ίδια και απαράλλαχτη... Και όμως εντελώς ξένη. Όχι πιο γερασμένη, το αντίθετο. Σαν μικρό παιδί.
   «Σου έκλεισα δωμάτιο στο καλύτερο ξενοδοχείο!» -- η Νάνα ξεχειλίζοντας τώρα ενθουσιασμό. Το σπίτι της, δυστυχώς, ήταν μικρό. «Πάμε! Δεν είναι μακριά, θα σ' αρέσει!»
   Την πήγε, την εγκατέστησε, την ανέβασε στο δωμάτιο, της άνοιξε διάπλατα τα παντζούρια: «Δες θέα, θάλασσα!» θαύμασε. Τη φόρτωσε δώρα: δυο τσάντες μ' απαγορευμένα γλυκά. «Αλλά πρόσεξε μην τα φας όλα μαζί», τη μάλωσε για καλό και για κακό. Επιθεώρησε κάθε γωνιά του δωματίου -- το βρήκε ευρύχωρο και καθαρό. «Δύο κρεβάτια...» θαύμασε. «Τι κρίμα τόσος χώρος να πάει χαμένος», σκέφτηκε δυνατά. Μα βέβαια! Γιατί να σπαταλήσουν χρόνο απ' το Σαββατοκύριακό τους; Θα μετακόμιζε κι εκείνη στο ξενοδοχείο! «Να κοιμηθούμε δίπλα δίπλα, όπως όταν ήσουν μωρό!» -- κι έφυγε χοροπηδώντας να φέρει τα πράγματά της.
   Εβδομήντα χρονών... Αχ, Νάνα, πώς είναι να είσαι γριά; Πώς είναι να κοιτάζεις πίσω τη ζωή σου, άμα δεν έχει άλλο μπρος; Κι εγώ, να που έγινα κιόλας είκοσι εφτά. Νιώθω παιδί ακόμα, νιώθω μωρό. Νιώθω γριά. Πέθανε κι ο πατέρας πριν λίγους μήνες. Νιώθω ορφανή. Ίσα που πρόφτασα την κηδεία, ήταν ξαφνικό. Και μετά, όταν επέστρεψα εδώ στην εγγλέζικη ζωή μου, όλα μου φαίνονταν κάπως αλλιώς. Σαν να μπήκα άθελά μου πίσω απ' τον καθρέφτη, σ' έναν κόσμο ίδιο κι ανάποδο μαζί. Πες μου, Νάνα, ποιο είναι τώρα το πίσω και ποιο το μπρος;
   Σκέψεις χωρίς λόγια, χωρίς απαντήσεις.
   Η Νάνα ροχάλιζε όλη νύχτα μ' ένα χαμόγελο στα χείλη. Και η Λήδα δεν έκλεισε μάτι στο διπλανό κρεβάτι. Μασουλούσε τ' απαγορευμένα γλυκά και σκεφτόταν τη ζωή.

 Σκηνή δεύτερη: Κυριακή, το απόγευμα της επομένης.

   Το σπίτι της Νάνας ήταν σ' έναν ήσυχο δρόμο, μακριά απ' τη φούρια του λιμανιού. Μακριά κι απ' την ομορφιά. Ένας γκρίζος δρόμος. Ούτε πόλη, ούτε εξοχή. Μια σειρά από ομοιόμορφα τούβλινα σπίτια κολλημένα μαζί, που ίσως κάποτε να είχαν μια γοητεία -- προτού μαυρίσουν τα τούβλα απ' τη φούρια της πόλης, προτού ξασπρίσουν τα ξύλα απ' τη φούρια της θάλασσας, προτού ξεφτίσουν οι μπογιές στα περβάζια -- μαύρη, κίτρινη, πράσινη μπογιά κατά τα χούγια του κάθε νοικάρη--, προτού γίνουν πολλοί οι νοικάρηδες -- τρεις, τέσσερις, πέντε στο κάθε σπίτι, κάθε παράθυρο και νοικάρης, κάθε νοικάρης κι αλλιώτικο χρώμα η ξεφτισμένη μπογιά. Η Νάνα πάντως καμάρωνε, κι αυτό, στα μάτια της Λήδας, έκανε τα πράγματα ακόμα πιο θλιβερά.
   «Έλα, κάθισε. Σα στο σπίτι σου. Θα βάλω να πιούμε ένα ωραίο τσαγάκι!» -- μ' εκείνο τον παράφρονα εγγλέζικο ενθουσιασμό, λες και μ' ένα φλιτζάνι τσάι ξεπλένονται όλες οι πίκρες τούτης της μίζερης ζωής. Τι περίεργος λαός!
   Γεγονός όμως. Ούτε ίχνος πίκρας. Η Νάνα ήταν ενθουσιασμένη:
   Που ήρθε το κοριτσάκι της να τη δει. Που της έφερε τέτοιο ωραίο δώρο, ένα κασμιρένιο twin set, για φαντάσου! Που είχε λιακάδα όλη μέρα και είδαν τ' αξιοθέατα χωρίς βροχή. Τι τύχη! Που ανέβηκαν στο πλοίο του σερ Φράνσις Ντρέικ! Που τάισαν και τους γλάρους! Που κάθισαν στην καφετέρια κι ήπιαν ζεστή σοκολάτα. Που είδε η Λήδα επιτέλους το Πλίμουθ από κοντά, την πατρίδα της, το σπίτι της, τη θάλασσα -- τόσες και τόσες ομορφιές!
   Ναι, Νάνα... Η Λήδα, που δε ροχάλιζε όλη νύχτα, νιώθει μαραμένη κι έχει βαρυστομαχιάσει απ' τα πολλά γλυκά.
   «Πιες το τσαγάκι σου, χρυσό μου».
   Ναι, Νάνα... Η Λήδα σιχαίνεται το τσάι. Γιατί ήρθε; αναρωτιέται.
   Γεγονός πάντως, ούτε ίχνος μιζέριας: Η ζωή ήταν καλή μαζί της, δοξάζει η Νάνα. Έχει την υγειά της, έχει το σπιτάκι της, έχει μια καλή ανιψιά που μένει κοντά και θα τη φροντίσει αν κάτι χρειαστεί – τι άλλο να ζητήσει; Ταξίδεψε, γνώρισε μέρη, αγάπησε ανθρώπους, ναι, είχε μια μακριά και γεμάτη ζωή.
   Μα ποια ζωή, Νάνα, έζησες εσύ; -- μια ταραχή χωρίς λόγια κάπου βαθιά στο στομάχι: Τόσα λίγα; Εγώ θέλω περισσότερα, πολύ περισσότερα απ' τη ζωή. Θέλω... αχ, περίμενα εσύ να μου πεις. Είχες όλες τις απαντήσεις όταν ήμουν μικρή.
   Η Νάνα όμως μιλάει ακατάπαυστα, φύρδην μίγδην, σαν χτες τα παλιά: Ο Τίμοθι και η Έβελιν και ο καλός ναύαρχος Πρέντον και η μαντάμ Μπατερφλάι, μωρέ κρίμα τα εισιτήρια που πήγαν χαμένα, ναι, η μεγάλη αγάπη, ο μεγάλος έρωτας. Θυμάσαι τον Τουίτι; Θυμάσαι τον Κωστάκη; Θυμάσαι... μπα, αυτό ήταν πριν γεννηθείς εσύ – τότε που εργαζόταν η Νάνα στη Γαλλία, αλλά η νεαρή μαντάμ γέννησε το μωρό της νεκρό, και κλάμα να δεις η ανόητη (η μαντάμ), αντί να ευγνωμονεί, αφού κύριος στο μεταξύ δεν υπήρχε (καπνός!) άρα τι να το κάνει το μωρό; Να λοιπόν. Η σοφία της πλάσης. Η ζωή ξέρει καλύτερα από μας ποιο είναι το σωστό – ανώφελο να κλαίς για το γάλα άμα έχει καεί. Κι ο σερ Φράνσις Ντρέικ, αν το ‘βαζε κάτω στην κάθε αναποδιά... Α, και ο μικρός Έιντριαν που δεν έμπαινε στη μπανιέρα γιατί φοβόταν το νερό, και η Λίντη που ήθελε φως το βράδυ για να κοιμηθεί... Όλοι μας κάτι φοβόμαστε. Κι ο μίστερ Μακλάουντ... Ακούς να τον φοβάται ο αδερφός της, δυο μέτρα άντρας. Ακούς να τον φοβάται κι η ίδια -- κι ας είχε δίκιο, αφού ήταν σκάρτος. Λάθος! Ήταν αυτός που της έλαχε, η μεγάλη αγάπη, η μεγάλη αμαρτία, αχ το μωράκι της... Αχ Λίντη... Εσύ ήσουν το πιο όμορφο κι αξιαγάπητο απ' όλα μου τα μωρά! Βλέπεις, μωρό μου; Η ζωή δεν μας ρωτάει τι θέλουμε και πόσο και πώς. Πρέπει εσύ να βροντοφωνάξεις το Ναι. Θέλει κότσια. Να ξέρεις να χάνεις. Για να κερδίσεις, ό,τι σου έλαχε, μικρό ή μεγάλο, δεν είναι για χόρταση η ζωή...
   «Νάνα, Νάνα, πού είναι η τουαλέτα; Μου ‘ρχεται εμετός!»
   Η Λήδα ξέρασε τα σωθικά της κλεισμένη στο μικροσκοπικό μπανάκι της Νάνας, σαν σε ντουλάπα, σχεδόν ασφυκτικά. Ανακουφίστηκε όμως, λες και βοήθησε ο μικρός χώρος να διώξει τα περιττά και να γυρίσει αδειασμένη, πλην ζαλισμένη, στο απόλυτο παρόν.
   Πέρασε το υπόλοιπο βράδυ ξαπλωμένη στο ντιβάνι που χρησιμοποιούσε η Νάνα για κρεβάτι, χαζεύοντας την ασπρόμαυρη εικόνα μιας αρχαίας τηλεόρασης και τη γαλαζοκόκκινη φλόγα της σόμπας γκαζιού. Η Νάνα αναγκάστηκε να κατέβει δυο φορές στο υπόγειο να βάλει κέρματα στο μετρητή για να μη σβήσει η σόμπα και κρυώσει το κοριτσάκι της. Χαρά της. Η ζωή είναι γεμάτη χαρά. Και τι τύχη, τι απίστευτη σύμπτωση, ούτε παραγγελία, να βάλει η τηλεόραση ειδικά εκείνο το βράδυ ένα ντοκιμαντέρ για τη ζωή του σερ Φράνσις Ντρέικ. «Για δες! Για δες!», έλεγε και ξανάλεγε η Νάνα: «Όλη μέρα στα χνάρια του, είδαμε το καράβι του, το σπίτι του, τα μέρη όπου έζησε, και τώρα κοίτα να δεις τι παίζει για σένα το BBC!», κατασυγκινημένη απ' την ασυνήθιστη εύνοια των θεών. Ναι, εκείνο το βράδυ ειδικά, ούτε παραγγελία, απ' όλα τ' αμέτρητα βράδια που έμενε μόνη. Η ζωή είναι γεμάτη χαρά.
   Και την ίδια ώρα...
   Η ζωή είναι γεμάτη θλίψη, σκεφτόταν το κοριτσάκι της μ' ένα φούσκωμα τρυφεράδας για την τόση χαρά της Νάνας, που ήταν κάποτε ουράνιο τόξο, ήταν κάποτε βράχος, ενώ τώρα στη θέση της έμενε ίσα ένας τόσο δα κόκκος γης.